Στις 24 Μαρτίου 2015, η πτήση 9525 της Germanwings συνετρίβη στις γαλλικές Άλπεις, προκαλώντας τον θάνατο και των 150 επιβαινόντων.
Ο συγκυβερνήτης Andreas Lubitz οδήγησε σκοπίμως το αεροσκάφος στη συντριβή, ενώ ο κυβερνήτης Patrick Sondenheimer είχε αποχωρήσει από το κόκπιτ.
Το δυστύχημα σόκαρε τη διεθνή κοινή γνώμη και έθεσε εκ νέου στο επίκεντρο την ασφάλεια των πτήσεων.
Δέκα χρόνια μετά, ποια μέτρα έχουν αλλάξει στον τρόπο που πετάμε;
Αμέσως μετά το δυστύχημα, εισήχθη η αποκαλούμενη “δύο άτομα στο κόκπιτ” πολιτική.
Ο κανόνας προέβλεπε πως κάθε φορά που ένας από τους δύο πιλότους αποχωρεί, κάποιο άλλο μέλος του πληρώματος πρέπει να βρίσκεται εντός του κόκπιτ.
Σύμφωνα με τον ειδικό στην αεροπλοΐα Patrick Huber, ο κανόνας αυτός αναθεωρήθηκε δύο χρόνια αργότερα. Οι απόψεις στον χώρο των πιλότων διίστανται.
Κάποιοι θεωρούν ότι το συνεχές άνοιγμα της θωρακισμένης πόρτας αυξάνει τον κίνδυνο. Άλλοι πιστεύουν ότι εξασφαλίζεται επιπλέον ασφάλεια, ιδίως σε περιπτώσεις λιποθυμίας.
Η βιομηχανία της αεροπλοΐας και οι ενώσεις πιλότων αξιολόγησαν το μέτρο και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα μειονεκτήματα ήταν περισσότερα από τα οφέλη.
Ιδίως στις σύντομες πτήσεις, η ανάγκη να απομακρύνεται μέλος της καμπίνας για να αναπληρώσει το κενό στο κόκπιτ προκαλούσε λειτουργικές δυσκολίες.
Ο Lubitz είχε ιστορικό ψυχολογικών προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένων φόβων περί τύφλωσης, κάτι που δεν ήταν γνωστό στην εργοδότρια εταιρεία εξαιτίας της ιατρικής εχεμύθειας.
Από τότε, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασφάλειας της Αεροπορίας συνέστησε συστηματικούς ψυχολογικούς ελέγχους των πιλότων.
Όπως σημειώνει ο Huber, το θέμα παρακολουθείται πλέον πολύ στενότερα, ωστόσο εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δήλωση των ίδιων των πιλότων.
Η υπερβολική χαλάρωση της εχεμύθειας ίσως οδηγήσει πολλούς να αποφεύγουν τη βοήθεια.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αεροπορικές εταιρείες έχουν κληθεί να δημιουργήσουν ειδικά προγράμματα υποστήριξης που επιτρέπει στους πιλότους να εκφράζουν τα προβλήματά τους χωρίς να απειλείται η καριέρα τους.
Σήμερα υπάρχουν και πιλότοι με ψυχολογική κατάρτιση στους οποίους μπορούν να απευθυνθούν οι συνάδελφοί τους.
Κατά τη διάρκεια της μοιραίας πτήσης, ο Lubitz φέρεται να βρισκόταν υπό την επήρεια ισχυρών φαρμάκων.
Το νομικό πλαίσιο τροποποιήθηκε ώστε να επιτρέπεται πλέον η διεξαγωγή απροειδοποίητων ελέγχων για ναρκωτικές και φαρμακευτικές ουσίες στους πιλότους.
Σύμφωνα με τον Huber, τέτοιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται ήδη διεθνώς και έχουν καταγραφεί περιπτώσεις υπό την επήρεια ουσιών, ωστόσο πρόκειται για σπάνιες εξαιρέσεις.
Μετά το δυστύχημα, το εμπορικό όνομα “Germanwings” δεν ήταν πλέον διαχειρίσιμο από πλευράς δημόσιας εικόνας.
Η εταιρεία απορροφήθηκε από την Eurowings, επίσης θυγατρική της Lufthansa.
Σύμφωνα με τον Huber, η αλλαγή ονόματος είχε ήδη προγραμματιστεί από τα τέλη του 2014, αλλά η εφαρμογή της επιταχύνθηκε λόγω της τραγωδίας.
Ήταν μια διαδικασία με τεράστιο διοικητικό κόστος και υλοποιήθηκε πλήρως από τον χειμώνα του 2017.